Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

ΠΕΤΕΧΕΙΑ

Ανακάλυψα πρόσφατα ότι ήμουν διαμελισμένη
Ένιωσα να ότι έχω αδικηθεί

«κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε»
Μερικά μέλη μου δεν τα βρήκα ποτέ τελικά
Ήταν στα χέρια του Θεού

Αιχμές, αναισθητικό και σύγχρονες ανέσεις
ένα άδειο πιάτο

Δεν εξαρτάται από εμένα

Ομφαλοσκοπούμε αναγκαστικά
Γιατί δεν υπάρχει τίποτα μέσα μας να βρούμε
Είμαστε άδειοι
Είμαστε νεκροί

Είμαστε ελεύθεροι



Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

L' École du Bois Sauvage

















Στο σχολείο του άγριου δάσους το μάθημα αρχίζει αργία.

Στο προαύλιο, η κουρούνα, ο σκίουρος και το σαλιγκάρι σέρνουν τα εικαστικά κορμιά τους.
Ο κύριος διευθυντής στέλνει παθοπλάνταχτες ματιές στην κούπα του καφέ. Οκτώ και δέκα και έχει ήδη παγώσει.
Λαλεί ο πετεινός, ώρα να συρθούμε στην τάξη. 
Πρώτη ώρα: Ομφαλοσκόπηση. Το κοτσύφι αντιγράφει από την αλληγορική φιγούρα που κάθεται δίπλα του. Χαμένος κόπος. Ό,τι και να απαντήσει Λάθος. Η ερώτηση είναι παγίδα. 

Το κουδούνι χτυπά μετά την τρίτη πανσέληνο. 
"Έκλασε η νύφη, σχόλασε ο γάμος" συλλογίζεται η κυρία δασκάλα.

Όλοι θα εξέλθουν. Λίγο εκστατικοί, λίγο αλλήθωροι, λίγο βαριεστημένοι. 

Η γνώση αφήνει κουσούρια.

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ


Πρωινό φώς μπαίνει από το παράθυρο και μου τυφλώνει τα μάτια, εμπριμέ φορέματα και μικροσκοπικοί λοβοί αυτιών
Θέλω να σηκωθώ-δεν έχω πόδια, κάνω να τους αγγίξω- τα   χέρια μου εξαφανισμένα
Σιγά-σιγά αρχίζω και θυμάμαι, είμαι ακίνητος για χρόνια, παλιό ψυγείο που άφησαν στην άκρη της ακρογιαλιάς
Η αλοιφή δεν έπιασε, γνωστό το πρόβλημα με τη σωματική επαφή
Που είναι αυτά τα χάπια που μου υποσχέθηκαν;
Θα μπορέσω να τα φτάσω;
Αντίτιμο τους το σκουριασμένο βλέμμα και οι κουραστικές

στιχομυθίες, μου είπαν  να υποχωρήσω αν θέλω  να τα καταφέρω
Ψύξη-απόψυξη συναισθημάτων  με λάδι καρύδας, Ίδιες προσπάθειες που συνεχίζονται καιρό
Άγνοια του χρόνου που απομένει
Οι ανοιξιάτικες μέρες μας κάνουν διάφανους
Ο ήλιος δεν λυπήθηκε ποτέ κανένα


                                  






Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Τό παιδικό


Αγαπητοί αναγνώστες, όπως πολλοί από εσάς γνωρίζετε, η ομάδα του Ασκόμπαφλου οργώνει κάθε γωνιά της Ελλάδας αναζητώντας ποιητές-πολίτες (citoyens-poètes), ανθρώπους που, παραφράζοντας το κρέντο των Εκδόσεων αυτών, έχουν ταχθεί στο αέναο κυνήγι της χίμαιρας της ευτυχίας χωρίς ωστόσο να αυτοπεριορίζονται a priori ως λογοτέχνες. Ο πρώτος ποιητής-πολίτης είναι ο Δήμος Βαρνάβας. Δεν θερίζει ασκόμπαφλους αλλά ψαρεύει κέφαλους στα κρυστάλλινα νερά της Σίφνου. Ο Δήμος Βαρνάβας, στα 72 του χρόνια, ερωτεύτηκε την Οξάνα και ανακάλυψε τον Ελύτη. Ο Δήμος Βαρνάβας, δίχως να το ξέρει, είναι ο πρώτος Έλληνας νησιώτης μετα-ποιητής καθώς τα ποιήματά του σκαριφημένα πάνω στην καρίνα της τράτας του αποτελούν ένα είδος μόνιμης εγκατάστασης (installation).  Απολαύστε τον Δήμο Βαρνάβα. 



στό βράχο τοῦ πελάγους, σένα·
   θά βρίσκω καί θά χάνω  ~
                    
στήν ἐλιά, στή πέτρα,
στό καθιστικό·
στά νοτιοανατολικά τά ξένα ~

στό παραδοσιακό,
στό μπλέ τό παιδικό καί·
στά καστανά τά φουρτουνιασμένα ~

Ἀόρατος, ἐξόριστος, ἀόριστος
μέ φαρμάκι καί γραμμή
«τόν προσανατολισμό!»




Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Ανάχωμα

Αυτή είναι μια σπονδυλωτή ιστορία
για κάποιους που συναντήθηκαν τυχαία
σε έναν κυκλικό κόμβο

Εργάτες, εκδρομείς, διανομείς φυλλαδίων,
τυχαίοι πρωταγωνιστές και επιφανείς κομπάρσοι.
Όλα τα 'χε η Μαριορή

Η διαδρομή σταμάτησε απότομα στην έξοδο 12 προς Αγίους Θεοδώρους.

Έτρεξαν για λίγο στα χωράφια πίσω από τα κιγκλιδώματα ασφαλείας
Έπειτα λαχάνιασαν εκεί που οι παπαρούνες δίνουν στα πρώτα λυόμενα

Σούλα Σ' Αγαπώ
με πράσινη λαδομπογιά

και πάλι πίσω στην προπατορική μοναξιά της ευθείας.

 

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Η πεταλούδα της Γάνδης

Θα θυμάμαι πάντα εκείνο το βράδυ στη Γάνδη που έριξε πυρακτωμένες νιφάδες – μοναδικό φαινόμενο

Στο πλακόστρωτο στενό

Χιόνιζε μέχρι που το έστρωσε

Χιόνιζε μέχρι που θάφτηκα κάτω από τον καυτό πάγο

Χωρίς αιτία και αποφυγή

Μου καταλογίζεις την ομφαλοσκόπηση

Ακούω τις καμπάνες να χτυπούν και ξέρω ότι η διορία μου να είμαι φυσιολογικός τελειώνει


Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Απόνερα

Πάντα σε θυμόμουν εθελούσια ασθμαίνων:
Στο πέρασμά σου άφηνες χρωματιστά κουρέλια,
Νερά και απόνερα,
Όνειρα και απόνειρα

Ήρθες και πάλι να μου μιλήσεις για τις καλές ημέρες.
Πάντα με τη γνωστή σου χαρούμενη μελαγχολία,
Από μακριά μου έμοιαζες παιδί με καραμπίνα.
Για ακόμη μια φορά, ξέγνοιαστα απαισιόδοξος,
Σαν τροπική πεταλούδα με παγωμένο αίμα.

Ένα είναι σίγουρο:
Όταν σε ονειρεύομαι ξυπνάω πάντα με καλή διάθεση

Αν και λίγο πιασμένη.


































Wastewater

I always remember you enjoying gasping:
Your movement was marked by a succession of colourful rags,
by trails of water and wastewater,
dreams and wastedreams

You came back to talk to me about the good old days.
Always with your famous joyful melancholy,
Looking at you from a distance, you made me think of a child holding a shotgun.
Once again a carefree pessimist,
A cold blooded tropical batterfly.

For one thing I am certain:
When I dream of you, I always wake up feeling in a good mood

Although a bit stiff.