παραμερίζω τοὺς ἀσκόμπαφλους
χαμένος στὴν ἀπεραντότητα
τῆς ἔκτασης ποὺ μὲ περιβάλλει.
Σειρῆνες οὐρλιάζουν μονότονα.
Οἱ ἀσκόμπαφλοι…
Οἱ ἀσκόμπαφλοι…
Οἱ ἀσκόμπαφλοι…
Θυμᾶμαι, τοὺς ἀχνοὺς της κατσαρόλας
ποὺ παιχνίδιζαν χαρούμενα μὲ τὶς πρῶτες ἀκτίνες
ποὺ πάσχιζαν νὰ τρυπώσουν
ἀπὸ τὸ φεγγίτη τοῦ ἡμιυπογείου.
Τρύπησα μὲ τὸ πιρούνι τοὺς ἀσκόμπαφλους.
Μὲ τίποτα δὲν βράζουν.
Ἀπὸ τὸ φεγγίτη ἀκούω τὴν κίνηση στὴν Πατησίων.
Θέλω νὰ σπείρω ἀσκόμπαφλους στὴν Πατησίων
καὶ νὰ τοὺς βοσκήσω.
Ἡ ζωή μας εἶναι ἡ Πατησίων, ἔλεγε ἡ Κατερίνα.
Ἡ ζωή μας εἶναι Ἀσκόμπαφλοι, λέω ἐγώ.
Ἢ ἔστω οἱ ἀσκόμπαφλοι τῆς Πατησίων…